Τι σημαίνει ρήξη;

Τι σημαίνει ρήξη;
του Θέμη Τζήμα

Τι σημαίνει ρήξη;

Μέσα στην εξελισσόμενη και πολυεπίπεδη κρίση, που πλέον εξελίσσεται σε βαθιά παρακμή -κάτι που δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει- πρέπει να διασώσουμε τις λέξεις και τη διαύγεια του τραυματισμένου δημοσίου διαλόγου. Η ρήξη λοιπόν, που ορθώς επανέρχεται στο προσκήνιο δεν έχει κανένα νόημα αν δεν αποσαφηνιστεί ως προς το περιεχόμενό της.

Ρήξη δεν είναι η καθυστέρηση της πληρωμής μιας δόσης προς το ΔΝΤ. Δεν είναι ρήξη μια -αναγκαστικά ούτως ή άλλως πρόσκαιρη- στάση πληρωμών προς το εξωτερικό. Τα παραπάνω μπορούν να είναι ακούσιες συνέπειες ή εκατέρωθεν προσπάθειες άσκησης πίεσης στο πλαίσιο μιας εξελισσόμενης διαπραγμάτευσης. Mπορούμε να τις θεωρήσουμε αναγκαίες ή και θεμιτές από την ελληνική πλευρά κινήσεις μεν, όχι ρήξη δε.

Η ρήξη είναι η αποφασιστική και προσεκτικά σχεδιασμένη ακολουθία κινήσεων που…
πραγματώνει τη μετάβαση από ένα οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο σε ένα άλλο. Ρήξη δε νοείται και δεν υφίσταται με άλλα λόγια για οποιαδήποτε χώρα, παρά μόνο εάν και στο βαθμό κατά τον οποίο το αποφασίζον υποκείμενο- κυβέρνηση, κόμμα, λαός- επιδιώκει και αλλάζει στρατηγική, πραγματώνοντας την ως άνω μετάβαση. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αλλαγής, η ρήξη αναφύεται ως αναγκαιότητα λόγω της άρνησης των δυνάμεων που υπηρετούν το προηγούμενο μοντέλο να δεχτούν την αλλαγή.

Θέλει λοιπόν η κυβέρνηση να αλλάξει μοντέλο; Και από ποιό να μεταβεί σε ποιό; Αυτή είναι η μεγάλη συζήτηση. Με άλλα λόγια: τί θα παράγουμε, πώς θα το παράγουμε, πώς θα αναδιατάξουμε το ανθρώπινο δυναμικό, πώς θα κινηθούμε στο διεθνές πλαίσιο, ποιά θα είναι η δημοκρατία μας, πώς θα θεραπεύσουμε τις κοινωνικές πληγές των μνημονίων αλλά και τα χάσματα προ αυτών, πώς θα εξαφανίσουμε την ολιγαρχία που παρασιτεί εις βάρος του δημοσίου και του λαού.

Εδώ λοιπόν πρέπει να σημειώσουμε το εξής: η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη θέση, μια αντικειμενικά ιστορική επιλογή του λαού, αποτέλεσε με ειρωνικό αλλά και αναπόφευκτο τρόπο το τέλος της εποχής κατά την οποία το δίπολο μνημόνιο- αντιμνημόνιο χαρακτήριζε- και ορθώς- το δημόσιο λόγο και πράξη. Η διαφοροποίηση που επανέφερε την ταξική, δηλαδή την πραγματική πολιτική στο προσκήνιο λύθηκε εκλογικά με την επικράτηση των αντιμνημονιακών δυνάμεων, στην προμετωπίδα των οποίων βρέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Η εκλογή ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη θέση αποτέλεσε ευκαιρία για να επανανοηματοδοτηθεί το πολιτικό από το κοινωνικό στοιχείο, δηλαδή για να περάσουμε στην όντως πολιτική, με προοπτική την αλλαγή μοντέλου στη χώρα.

Την ίδια στιγμή όμως διεφάνησαν και τα όρια αυτής της διαφοροποίησης: πέντε χρόνια μνημονιακής πολιτικής μετέτρεψαν τα μνημόνια από συμφωνίες του ελληνικού κράτους με διεθνείς οργανισμούς, στο κατ’ εξοχήν, στο υπαρκτό μοντέλο ελληνικού καπιταλισμού και σε σταθερή σχέση νεοαποικιακής εξάρτησης. Η νεοαποικιακή εξάρτηση προϋποθέτει τον αντιδραστικό καπιταλισμό της κοινωνικής διάλυσης και ο τελευταίος κρατά το λαό δέσμιο της πρώτης.

Εξ ου και η αντιμνημονιακή ρητορεία που έφτανε μέχρι του σημείου της εξαγγελίας της κατάργησης των μνημονίων με ένα νόμο, αρνούμενη να αναδείξει την πρωτεύουσα αντίθεση- νεοαποικιακή εξάρτηση από τη μια και λαϊκή απελευθέρωση από την άλλη- αποδείχθηκε τόσο γρήγορα ανεπαρκής και απραγματοποίητη, αντικειμενικά και ασχέτως προθέσεων.

Η διαπραγμάτευση ασκείται με στόχο την αποτροπή όσο είναι δυνατό της μελλοντικής επιδείνωσης για το λαό. Το νέο μοντέλο καπιταλισμού και εξάρτησης μένει όμως στη θέση του και ως η ευνοϊκότερη προοπτική διαφαίνεται αυτή μιας σταδιακής, αργής σταθεροποίησης και ίσως βελτίωσης ορισμένων πτυχών του υπάρχοντος μοντέλου, όχι όμως η αλλαγή του. Έτσι, η συζήτηση για το άλλο μοντέλο δε διεξάγεται καν, τα δύο μνημόνια θεωρούνται δεδομένα, ενώ στην πραγματικότητα η ρήξη προϋποθέτει την ακριβώς αντίθετη πορεία, στη βάση αρθρωμένης, εναλλακτικής στρατηγικής που ως τμήμα της- όχι ως κατάληξη, ούτε ως πανάκεια- αντικειμενικά και εν τέλει εξαιτίας των πιστωτών θα συμπεριλαμβάνει και το ζήτημα της ευρωζώνης.

Η ρήξη με άλλα λόγια ή διεξάγεται επί της πρωτεύουσας αντίθεσης και είναι εν τέλει συνολική ή δεν υφίσταται, με αποτέλεσμα η όποια ρητορεία να ξεφουσκώνει σε σοβαρά μεν, δευτερεύοντα δε, ζητήματα επιφέροντας τελικά στρατηγική ήττα.

Βεβαίως η διαπραγμάτευση είναι αναγκαία. Και ακόμα περισσότερο δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε θέλει να διατηρήσει τη σοβαρότητά του να εμφορείται από την αριστερίστικη φαντασίωση της επέλασης στα χειμερινά ανάκτορα των Βρυξελλών ή του Βερολίνου, την οποία παρεμπιπτόντως καλλιέργησε και η ρητορεία απλά της άλλης διαπραγμάτευσης ως απάντησης στο πρόβλημα της χώρας. Επιπλέον, πρέπει να γνωρίζουμε ότι διαπραγμάτευση σημαίνει και υποχωρήσεις.

Ακόμα και αν κανείς επιλέξει την έξοδο από την ευρωζώνη ή και από την ΕΕ- και στις δύο αυτές περιπτώσεις ίσως ακόμα περισσότερο- μια δύσκολη και περίπλοκη διαπραγμάτευση θα καταστεί αναγκαία. Το μείζον όμως ζήτημα εξακολουθεί να είναι η στρατηγική κατεύθυνση, η οποία καθορίζει την επιλογή ρήξης τόσο με την εσωτερική ολιγαρχία, όσο και με τους μείζονες φορείς της νεοαποικιακής εξάρτησης, χτίζοντας κοινωνικές συμμαχίες στη βάση και επανανοηματοδοτώντας το πολιτικό στοιχείο μέσα από την είσοδο του κοινωνικού.

Είναι η κυβέρνηση διατεθειμένη να εισέλθει σε μια τέτοια διαδικασία ή έστω να θέσει την επιλογή αυτή ενώπιον του ελληνικού λαού; Αν ναι, η ώρα είναι τώρα, παρότι οι αναταράξεις θα είναι εντονότατες. Αλλιώς, θα έχει αποφασίσει ασχέτως του πώς θα αποκαλέσει τις επιλογές το δρόμο των προκατόχων της, βυθίζοντας ακόμα περισσότερο τη χώρα και το λαό στη στασιμότητα και στην παρακμή. Το ζήτημα τελικά τίθεται μεταξύ πραγματικής ρήξης και πραγματικής αποσύνθεσης.

ΠΗΓΗ

Advertisements